Πεντάλεπτο ετυμολογίας 16/4/2019

Ευχαριστούμε τoν Σωκράτη Αληχανίδη για την παρουσίαση των λημμάτων  ΝΕΩΣΟΙΚΟΣ και ΝΕΩΚΟΡΟΣ που έκανε στις 16 Απριλίου 2019. Δύο λέξεις που φαίνεται να έχουν κοινό πρώτο συνθετικό, όμως η ομοιότητά τους είναι μονάχα ορθογραφική.

ΝΕΩΣΟΙΚΟΣ:

Στον Μπαμπινιώτη ορίζεται ως: «το τμήμα του λιμανιού που καλύπτεται με στέγαστρο και προορίζεται για τη φύλαξη πλοίων, τα οποία έχουν ανελκυστεί από τη θάλασσα».Στον Τριανταφυλλίδη ορίζεται ως: «υπόστεγο με χωρίσματα, κοντά στην ακτή πολεμικού λιμανιού, όπου στεγάζονταν τα πλοία». Στο λεξικό Liddell & Scott μας εξηγείται ότι η λέξη εμφανίζεται στον Αριστοφάνη με την έννοια του νεωρίου, του ναύσταθμου και του ναυπηγείου, ενώ σε Ηρόδοτο και Θουκυδίδη η λέξη απαντά στον πληθυντικό ως τα «στέγαστρα, ράμπες ναυπηγείου, ναυπηγεία, χτίσματα δίπλα στη θάλασσα, στα οποία ήταν δυνατή η κατασκευή, επισκευή ή στάθμευση πλοίων και τα οποία ήταν παραρτήματα του νεωρίου». Όπως προκύπτει από τα παραπάνω, η ετυμολογία της λέξης προέρχεται από τη λέξη «ναῦς» (=πλοίο), της οποίας η γενική είναι «νεώς», και τη λέξη «οἶκος». Σε αντίθεση με λέξεις που έχουν το ίδιο πρώτο συνθετικό, όπως  για παράδειγμα «νεώριο», η λέξη διατηρεί το ευφωνικό σίγμα μεταξύ των δύο συνθετικών.

ΝΕΩΚΟΡΟΣ:
Στον Μπαμπινιώτη ορίζεται ως: «πρόσωπο που έχει την ευθύνη για την καθαριότητα και την τακτοποίηση του ναού». Στον Τριανταφυλλίδη ορίζεται ως: «αυτός που φροντίζει για την καθαριότητα, την τάξη και την ασφάλεια ενός ενοριακού ναού ή εκκλησάρης». Η ίδια η λέξη «νεωκόρος» μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ως θηλυκό, ενώ τα δύο παραπάνω λεξικά δίνουν επιπλέον θηλυκό τύπο «νεωκόρισσα». Στο λεξικό Liddell & Scott ορίζεται ως «φύλακας και επιμελητής ναού» σύμφωνα με τον Πλάτωνα και τον Ξενοφώντα, ενώ στην Καινή Διαθήκη έχει την έννοια «επώνυμο που απαντά σε επιγραφές και νομίσματα ασιατικών πόλεων στους χρόνους των Ρωμαίων αυτοκρατόρων και αποδιδόταν σε πόλεις οι οποίες ανέγειραν ναό προς τιμήν της προστάτιδάς τους ή του αυτοκράτορα, όπως η Έφεσος».

Πώς προκύπτει όμως αυτή η ορθογραφία της λέξης; Σύμφωνα με το λεξικό Μπαμπινιώτη η λέξη προκύπτει από τον τύπο «νηο-κόρος», το οποίο νηο- προκύπτει με αντιμεταχώρηση από τον τύπο «νᾶο-», και το δεύτερο συνθετικό –κόρος από το ρήμα «κορῶ (-έω)» που φέρει την έννοια «καθαρίζω, σκουπίζω». Το λεξικό  Liddell & Scott αναφέρει ότι η λέξη είναι τύπος δωρικός, ενώ στο Βικιλεξικό το πρώτο συνθετικό «νεώς» ορίζεται ως αττικός τύπος της λέξης «ναός».

Το βίντεο της παρουσίασης

 
Δημοσκόπηση
Πόσο καιρό παίζετε Σκραμπλ;
 
Πόσοι είναι online
Έχουμε 24 επισκέπτες συνδεδεμένους
Αναζήτηση